Εξετάσεις Α - Ω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
0 - 9
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
A - Z
Αναζήτηση
 
 
  • Πρόσφατα άρθρα
  • Καλοκαιρινό Ωράριο Λειτουργίας
    Ημερομηνία: 28-07-2017
    Κατηγορία: Διάφορα
    Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου θα είμαστε ανοιχτά Δευτέρα με Παρασκευή από τις 07.30 μέχρι και τις 15.30. Η Διαγνωστική Αθηνών θα παραμείνει κλειστά την εβδομάδα 14...
  • Εντερικό Μικροβίωμα και EnteroScan
    Ημερομηνία: 13-07-2017
    Κατηγορία: Εντερικό Μικροβίωμα
    Προκειμένου να μπορούμε να συνεννοηθούμε μιλώντας για το Εντερικό Μικροβίωμα, θα πρέπει αρχικά να συμφωνήσουμε σε κάποιους ορισμούς: Μικροβιοκοινότητα...
 
 
Εγγραφείτε στο Newsletter
 
Ονοματεπώνυμο:
 
e-mail:
 
Ινχιμπίνη Β



Αρχικά, Ινχιμπίνη ή Ανασταλτίνη (Inhibin)  ήταν το όνομα που δόθηκε σε ένα συστατικό του ορού που βρέθηκε να αναστέλλει την έκκριση της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) από την υπόφυση. Τα τελευταία χρόνια, οι πρωτεϊνικές Ινχιμπίνες έχουν χαρακτηριστεί και έχουν αναπτυχθεί ειδικές ανοσολογικές εξετάσεις τόσο για την Ινχιμπίνη Α όσο και για την Ινχιμπίνη Β. Οι ορμόνες αυτές αποτελούν μέλη της υπεροικογένειας του TGF-β (Transforming Growth Factor β). Δομικά, αποτελούνται από διμερή από δύο ανόμοιες πρωτεϊνικές υπομονάδες. Η υπομονάδα α είναι κοινή και στις δύο Ινχιμπίνες. Η α υπομονάδα της Ινχιμπίνης Β είναι ομοιοπολικά συνδεδεμένη με την υπομονάδα β-Β με δισουλφιδικούς δεσμούς. Στις γυναίκες, η Ινχιμπίνη Β παράγεται κυρίως από τα μικρά αναπτυσσόμενα άντρα των ωοθυλσκίων των ωοθηκών. Τα κύτταρα Sertoli των όρχεων είναι η κύρια πηγή αυτής της ορμόνης στους άνδρες

Στα νεαρά κορίτσια, οι συγκεντρώσεις της Ινχιμπίνης Β αυξάνονται καθώς εξελίσσεται η εφηβεία. Ως εκ τούτου, η μέτρηση της Ινχιμπίνης Β μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό της ωριμότητας των γονάδων και τη διάγνωση πρώιμης ήβης στα κορίτσια. Όταν οι γυναίκες φτάσουν στην αναπαραγωγική ηλικία, τα επίπεδα Ινχιμπίνης Β μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια του έμμηνου κύκλου. Η Ινχιμπίνη Β πιστεύεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των επιπέδων της FSH κατά την ωοθυλακική φάση του κύκλου. Τα επίπεδα της Ινχιμπίνης Β αυξάνονται κατά την ωοθυλακική φάση φτάνωντας σε ένα μέγιστο κατά την ωορρηξία προτού πέσουν στα βασικά επίπεδα κατά την ωχρινική φάση. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες τα επίπεδα Ινχιμπίνης Β πέφτουν  σε < 30 pg/mL.

Η γονιμότητα μιας γυναίκας μειώνεται με την ηλικία, και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, στη μείωση του αριθμού των ωοθυλακίων στην ωοθήκη. Έχει προταθεί ότι η μέτρηση της Ινχιμπίνης Β, σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια, μπορεί να είναι χρήσιμη στην αξιολόγηση της κατάστασης της ωοθηκικής παρακαταθήκης. Η αξιολόγηση αυτή έχει αξία για την εκτίμηση της πιθανότητας επιτυχούς ανάκτησης ωαρίων κατά την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ή κατά την εκτίμηση των δυνατοτήτων για φυσιολογική εγκυμοσύνη καθώς η γυναίκα μεγαλώνει. Κατά την αρχική φάση της εμμηνόπαυσης, τα κυκλοφορούντα επίπεδα Ινχιμπίνης Β στη θυλακιώδη φάση της του έμμηνου κύκλου μειώνονται, αρκετά πριν εμφανιστούν αλλαγές στα επίπεδα της οιστραδιόλης ή της Ινχιμπίνης Α. Η μέτρηση της Ινχιμπίνης Β στην ωοθυλακική φάση, μπορεί να είναι χρήσιμη για την πρόβλεψη της έναρξης της εμμηνόπαυσης.

Κατά την διάρκεια της in vitro γονιμοποίησης, είναι σημαντικό να επιλεγεί το σωστό επίπεδο διέγερσης των ωοθηκών. Η ανεπαρκής διέγερση μπορεί να οδηγήσει σε άκυρους κύκλους εξαιτίας κακής απόκρισης ενώ η μεγάλη διέγερση μπορεί να διατρέχει τον κίνδυνο του συνδρόμου υπερδιέγερσης των ωοθηκών. Η μέτρηση της Ινχιμπίνης Β έχει χρησιμοποιηθεί ως βοήθεια για τον καθορισμό του συνδρόμου υπερδιέγερσης των ωοθηκών και στη διαχείριση αυτής της επικίνδυνης κατάστασης.

Στους άνδρες, η Ινχιμπίνη Β παράγεται από τα κύτταρα Sertoli των όρχεων και χρησιμεύει ως ο κύριος ρυθμιστής της έκκρισης FSH. Τα επίπεδα είναι σχετικά υψηλά στα βρέφη και μειώνονται σταδιακά σε χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ 6 και 10 ετών. Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, τα βασικά επίπεδα Ινχιμπίνης Β στον ορό χρησιμοποιούνται ως άμεσος δείκτη της παρουσίας και λειτουργίας των όρχεων και έχουν εφαρμοσθεί στη διάγνωση ασθενών με κρυψορχία ή ασαφή γεννητικά όργανα. Μια κλασική εξέταση για τη λειτουργία των όρχεων σε προεφηβικά αγόρια με διαταραχές των όρχεων είναι η μέτρηση της αύξησης της τεστοστερόνης μετά τη χορήγηση ανθρώπινης χοριονικής γοναδοτροπίνης (hCG). Τα επίπεδα της Ινχιμπίνης Β έχει δειχθεί ότι συσχετίζονται καλά με τα αποτελέσματα των δοκιμών διέγερσης με hCG.

Η Ινχιμπίνη Β μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως άμεσος δείκτης της λειτουργίας των κυττάρων Sertoli και της σπερματογένεση σε ενήλικους άνδρες. Τα επίπεδα της Ινχιμπίνης Β στον ορό έχει αποδειχθεί ότι σχετίζονται με τον όγκο των όρχεων και τη συγκέντρωση του σπέρματος. Πολύ χαμηλά επίπεδα Ινχιμπίνης Β βρέθηκαν σε άνδρες με καμία ή πολύ μικρή παραγωγή σπέρματος. Η συνδυασμένη μέτρηση Ινχιμπίνης Β και FSH έχει δειχθεί ότι αποτελούν καλύτερο δείκτη της επάρκειας της σπερματογένεσης από τον κάθε δείκτη μόνο του.


Τιμές Αναφοράς

  • Άνδρες: < 305 pg/ml
  • Γυναίκες: < 255 pg/ml
  • Γυναίκες Μετά Εμμηνόπαυσης: < 30 pg/ml

 

Προετοιμασία Ασθενούς για την Εξέταση

  • Δεν απαιτείται νηστεία πριν από την εξέταση.
  • Στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πρέπει να είναι γνωστή η ημερομηνία τελευταίας εμμήνου ρύσεως (ΤΕΡ).
Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνο 210 7777654 για να κλείσετε το ραντεβού σας.
 

 
 
TOP
 
Τελευταία ενημέρωση:12-11-2016
 
copyright © 2010 - 2016 - athenslab.gr
| |