Εξετάσεις Α - Ω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
0 - 9
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
A - Z
Αναζήτηση
 
 
  • Πρόσφατα άρθρα
  • M2-PK. Νέα Εξέταση για τον Καρκίνο του Παχέος Εντέρου
    Ημερομηνία: 09-03-2017
    Κατηγορία: Εντερικό Μικροβίωμα
    "Αν η εξέταση M2-PK είναι αρνητική τότε δεν χρειάζεται περεταίρω έλεγχος με κολονοσκόπηση" O καρκίνος του παχέος εντέρου είναι μία από τις πιο συχνές μορφές...
  • Εντερικό Μικροβίωμα και Νόσος Alzheimer
    Ημερομηνία: 08-03-2017
    Κατηγορία: Εντερικό Μικροβίωμα
    Τα βακτήρια του εντέρου μπορεί να παίζουν ρόλο στη νόσο του ALZHEIMER Νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο Lund στη Σουηδία έδειξε ότι τα εντερικά βακτήρια μπορεί να...
 
 
Εγγραφείτε στο Newsletter
 
Ονοματεπώνυμο:
 
e-mail:
 
Δεοξυπυριδινολίνη (DPD) Ούρων



Με την αυξημένη χρήση των μετρήσεων οστικής πυκνότητας, η Οστεοπόρωση μπορεί τώρα να διαγνωστεί και να αντιμετωπιστεί πιο εύκολα. Αυτό έχει προκαλέσει το έντονο ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας για τους βιοχημικούς δείκτες του οστικού μεταβολισμού. Τα οστά συνεχώς ανακυκλώνονται, απορροφώνται και επανασχηματίζονται. Η απορρόφηση των οστών γίνεται από τους οστεοκλάστες και ο σχηματισμός των οστών από τους οστεοβλάστες. Η Οστεοπόρωση αποτελεί μια κοινή ασθένεια των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών και συνδέεται με την αυξημένη απορρόφηση των οστών και το μειωμένο σχηματισμό τους. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία λεπτών και αδύναμων οστών τα οποία είναι επιρρεπή σε κατάγματα. Η Οστεοπόρωση αναγνωρίζεται τώρα ολοένα και περισσότερο και σε ηλικιωμένους άνδρες. Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την θεραπευτική παρέμβαση και την πρόληψη καταγμάτων στα οστά.

Η μελέτη της οστικής πυκνότητας αποτελεί πολύτιμο εργαλείο στον προσδιορισμό της οστεοπόρωσης, δεν μπορεί όμως να αναγνωρίσει μικρές αλλαγές στον μεταβολισμό των οστών. Αν και οι μετρήσεις της οστικής πυκνότητας μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας, χρειάζεται χρόνια για την ανίχνευση μετρήσιμων αλλαγών στην πυκνότητα των οστών. Οι Βιοχημικοί Δείκτες Μεταβολισμού των Οστών (BTMs) ωστόσο, μπορούν να προσδιορίσουν τις όποιες μεταβολές μέσα σε λίγους μήνες μετά τη εφαρμογή μιας επιτυχούς θεραπείας. Επιπλέον, το κόστος των μετρήσεων της οστικής πυκνότητας περιορίζει τη συχνή χρήση που μπορεί να απαιτείται για την παρακολούθηση της θεραπείας.

Επειδή τα επίπεδα των Βιοχημικών Δεικτών Μεταβολισμού των Οστών ποικίλλουν ανάλογα με την ώρα της ημέρας και των όγκων των οστών, οι μετρήσεις τους δεν χρησιμοποιούνται πολύ ως εξετάσεις για την ανίχνευση της οστεοπόρωσης. Οι χρήσεις τους είναι πολύ βοηθητικές στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας, συγκρίνοντας τις με τις αντίστοιχες τιμές πριν την εφαρμογή της θεραπείας. Τα επίπεδα τους μειώνονται με τη χρήση φαρμάκων αντι-απορρόφησης (π.χ., οιστρογόνα, διφωσφονικά, καλσιτονίνη, ραλοξιφαίνη). Οι Βιοχημικοί Δείκτες Μεταβολισμού των Οστών έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να προβλέπουν με ακρίβεια την βελτίωση της οστικής πυκνότητας και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας ενώ είναι επίσης χρήσιμοι στην τεκμηρίωση της συμμόρφωσης των ασθενών με τη θεραπεία.

Τα Ν-Τελοπεπτίδια και τα C-Τελοπεπτίδια (NTx και CTx) είναι πρωτεϊνικά θραύσματα που χρησιμοποιούνται στο κολλαγόνο τύπου 1 που απαρτίζει σχεδόν το 90% του οργανικού τμήματος του οστού. Τα C- και Ν- τελικά άκρα αυτών των πρωτεϊνών διασταυρώνονται ώστε να παρέχουν την αντοχή που χρειάζονται τα οστά. Όταν υπάρχει απορρόφηση των οστών, τα CTx και τα NTx απελευθερώνονται στην κυκλοφορία του αίματος και στη συνέχεια εκκρίνονται και στα ούρα. Τα επίπεδα αυτών των θραυσμάτων στον ορό έχει δειχθεί ότι συσχετίζονται πολύ καλά με τις αντίστοιχες μετρήσεις τους στα ούρα, αφού βέβαια συν-αξιολογηθεί η κάθαρση κρεατινίνης. Η μέτρηση αυτών των θραυσμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της απόκρισης στη θεραπεία (μέσα σε 3 έως 6 μήνες) και αποτελούν καλούς δείκτες της οστικής απορρόφησης. Οι τιμές αναφοράς διαφέρουν ανάλογα με τη μέθοδο προσδιορισμού τους.

Το Αμινο-τελικό Προπεπτίδιο του Προκολλαγόνου Τύπου 1 (P1NP), όπως και τα NTx, είναι ευθέως ανάλογο προς την ποσότητα των νέου κολλαγόνου που παράγεται από τους οστεοβλάστες. Η συγκέντρωσή του είναι αυξημένη σε ασθενείς με διάφορες παθήσεις των οστών που χαρακτηρίζονται από αυξημένη οστεοβλαστική δραστηριότητα. Η μέτρηση του P1NP αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό δείκτη σχηματισμού νέου οστού και είναι ιδιαίτερα χρήσιμος στην παρακολούθηση των θεραπειών για το σχηματισμό οστού και των αντιαπορροφητικών θεραπειών.

Η Οστεοκαλσίνη ή Οστική Πρωτεΐνη G1α (BGP), είναι μια μη-κολλαγονική πρωτεΐνη του οστού και συντίθεται από τους οστεοβλάστες. Εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος κατά τη διάρκεια της οστικής απορρόφησης και του σχηματισμού των οστών και αποτελεί έναν καλό δείκτη του μεταβολισμού των οστών. Τα επίπεδα της Οστεοκαλσίνης στον ορό συσχετίζονται με την καταστροφή και το σχηματισμό των οστών (ανακύκλωση των οστών). Αυξημένα επίπεδα συνδέονται με αυξημένη οστική απώλεια. Η Οστεοκαλσίνη είναι μια πρωτεΐνη εξαρτώμενη από τη βιταμίνη Κ. Η μειωμένη πρόσληψη της βιταμίνης Κ σχετίζεται με μειωμένα επίπεδα Οστεοκαλσίνης. Αυτό εξηγεί ίσως και την παθοφυσιολογία της οστεοπόρωσης εξαρτώμενης από την ανεπάρκεια της βιταμίνης Κ.

Η Δεοξυπυριδινολίνη (DPD, D-Pyrilinks) σχηματίζεται κατά τη διάρκεια της ωρίμανσης του κολλαγόνου τύπου 1 κατά τη δημιουργία νέου οστού. Κατά τη διάρκεια της απορρόφησης του οστού, αυτά τα μόρια απελευθερώνονται στην κυκλοφορία και στη συνέχεια αποβάλλονται στα ούρα χωρίς επιπλέον μεταβολισμό.

Το Οστικό Κλάσμα της Αλκαλικής Φωσφατάσης ή αλλιώς Οστάση (BSAP) είναι ένα ισοένζυμο της αλκαλικής φωσφατάσης και βρίσκεται στην κυτταρική μεμβράνη των οστεοβλαστών. Αποτελεί ως εκ τούτου, ένα δείκτη της μεταβολικής κατάστασης των οστεοβλαστών και του σχηματισμού των οστών.

Όλοι αυτοί οι Βιοχημικοί Δείκτες Μεταβολισμού των Οστών δεν μπορούν να δείξουν τον κίνδυνο κατάγματος των οστών με τον τρόπο που μπορεί να το κάνει η μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Αυτοί οι δείκτες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση της δραστηριότητας και της θεραπείας της νόσου Paget των οστών, του υπερπαραθυρεοειδισμού και των οστικών μεταστάσεων.

Οι Βιοχημικοί Δείκτες Μεταβολισμού των Οστών έχουν συνήθως υψηλές τιμές σε παιδιά, λόγω της αυξημένης οστικής απορρόφησης που σχετίζεται με την ανάπτυξη και την αναδιαμόρφωση των άκρων των μακρών οστών. Τα επίπεδα κορυφώνονται περίπου σε ηλικία 14 ετών και στη συνέχεια μειώνονται σταδιακά σε τιμές ενηλίκων. Επειδή τα οιστρογόνα είναι ένας ισχυρός αναστολέας της οστεοκλαστικής δραστηριότητας (απορρόφησης του οστού), η απώλεια της πυκνότητας των οστών αρχίζει σύντομα μετά την έναρξη της εμμηνόπαυσης. Ως εκ τούτου, τα επίπεδα των βιοχημικών δεικτών αυξάνονται μετά την εμμηνόπαυση. Οι περισσότερες από τις εξετάσεις που γίνονται σε ούρα συν-αξιολογούνται μαζί με την κάθαρση της κρεατινίνης για εξομάλυνση.

 
Τιμές Αναφοράς

  • Δεοξυπυριδινολίνη (DPD) Ούρων
    • Άνδρες: 2.3 – 8.7 nmol / mmol Κρεατινίνης
    • Γυναίκες: 3.1 – 8.7 nmol / mmol Κρεατινίνης

 

Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών

  • Αύξηση: Οστεοπόρωση, νόσος Paget των οστών, προχωρημένοι όγκοι των οστών (πρωτοπαθείς ή μεταστατικοί), ακρομεγαλία, υπερπαραθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός.
  • Μείωση: Υποπαραθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, θεραπεία με κορτιζόνη, αποτελεσματική αντι-απορροφητική θεραπεία

 

Προετοιμασία Ασθενούς για την Εξέταση

  • Για τις εξετάσεις αίματος: Απαιτείται νηστεία 10 – 12 ωρών πριν από τη λήψη του δείγματος
  • Για τις εξετάσεις ούρων:
    • Απαιτείται συγκέντρωση ούρων 24ώρου.
    • Παραλάβετε το κατάλληλο δοχείο συλλογής από το εργαστήριο.
    • Ξεκινήστε την περίοδο συλλογής το πρωί μετά την πρώτη ούρηση, η οποία και απορρίπτεται.
    • Ο χρόνος της 24-ωρης περιόδου ξεκινά τη στιγμή η πρώτη ούρηση απορρίπτεται.
    • Όλα τα ούρα για τις επόμενες 24 ώρες συλλέγονται στο δοχείο, το οποίο πρέπει να διατηρείται στο ψυγείο.
    • Εάν κάποια ούρα κατά λάθος χαθούν κατά τη διάρκεια της 24-ωρης περιόδου, ​​η εξέταση πρέπει να διακοπεί και να αρχίσει καινούργια.
Επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνο 210 7777654 για να κλείσετε το ραντεβού σας.
 

 
 
TOP
 
Τελευταία ενημέρωση:12-11-2016
 
copyright © 2010 - 2016 - athenslab.gr
| |