URL path: Αρχική σελίδα // Ιός Ανθρώπινων Θηλωμάτων (HPV), Μοριακός Έλεγχος και Τυποποίηση

Ιός Ανθρώπινων Θηλωμάτων (HPV), Μοριακός Έλεγχος και Τυποποίηση

Ο ιός των ανθώπινων θηλωμάτων (HPV, Human Papilloma Virus) είναι ένας μικρός ογκογόνος ιός, χωρίς περίβλημα, έχει γενετικό υλικό DNA διπλής έλικας και κυκλικής διαμόρφωσης και κατατάσσεται στο γένος Papillomavirus της οικογένειας Papovaviridae. Το DNA του HPV ενσωματώνεται μέσα στο γονιδίωμα των κυττάρων του τραχήλου της μήτρας, προάγοντας την ενεργοποίηση των ογκογονιδίων και την καταστολή της κυτταρικής απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος του ξενιστή. Τα πρωτεϊνικά προϊόντα του HPV εμποδίζουν την επιδιόρθωση του DNA και τον προγραμματισμένο κυτταρικό θάνατο (απόπτωση), γεγονότα που μπορεί να οδηγήσουν σε αστάθεια και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κυττάρων.

Ο ιός των ανθώπινων θηλωμάτων μολύνει το επιθήλιο των γεννητικών οργάνων και μεταδίδεται μέσω της άμεσης επαφής με το δέρμα. Ορισμένα στελέχη του ιού HPV προκαλούν κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων, όμως πολύ συχνά οι λοιμώξεις από τον HPV δεν εμφανίζουν σημεία ή συμπτώματα. Ως αποτέλεσμα, τα μολυσμένα άτομα συχνά αγνοούν ότι είναι φορείς και μεταδίδουν τους ιούς εν αγνοία τους.

Τα στελέχη των ιών HPV των γεννητικών οργάνων χωρίζονται σε δύο ομάδες (χαμηλού κινδύνου ή μη-ογκογόνα στελέχη και υψηλού κινδύνου ή ογκογόνα στελέχη), με βάση το ογκογόνο δυναμικό τους και την ικανότητα τους να επάγουν τη δημιουργία όγκων. Στελέχη χαμηλού κινδύνου (HPV 6, 11, 42, 43 και 44) συνδέονται με τα κονδυλώματα (κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων) και μικρού βαθμού αλλοιώσεις του τραχήλου της μήτρας (ήπια δυσπλασία). Οι βλάβες που προκαλούνται από τα χαμηλού κινδύνου HPV στελέχη έχουν υψηλή πιθανότητα παλινδρόμησης και μικρή πιθανότητα κακής εξέλιξης και θεωρούνται μηδενικού ή πολύ μικρού κινδύνου εξαλλαγής. Τα στελέχη υψηλού κινδύνου (HPV 16, 18, 31, 33, 35, 39, 45, 51, 52, 56, 58, 59 και 68) συνδέονται με ενδοεπιθηλιακές νεοπλασίες και είναι πιο πιθανό να εξελιχθούν σε σοβαρές βλάβες και καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

Έχει τεκμηριωθεί μια σαφής αιτιώδης σχέση μεταξύ της λοίμωξης από HPV και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Ο HPV έχει παγκόσμια εξάπλωση και βρίσκεται σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις κακοήθειας του τραχήλου της μήτρας. Από τα HPV στελέχη υψηλού κινδύνου, τα στελέχη HPV 16 και 18 είναι τα πιο καρκινογόνα και τα πιο διαδεδομένα (περισσότερες από 90% των περιπτώσεων καρκίνων του τραχήλου σχετίζονται με τα στελέχη HPV 16 και 18). Το στέλεχος HPV 16 είναι το κυρίαρχο στέλεχος στον κόσμο. Οι υψηλού βαθμού τραχηλικές ενδοεπιθηλιακές βλάβες σχετίζονται κυρίως με τα στελέχη HPV 16 και 18, όμως τα ίδια στελέχη βρίσκονται επίσης συχνά και σε μικρές βλάβες και ήπια δυσπλασία. Η λανθάνουσα περίοδος μεταξύ της αρχικής έκθεσης στον ιό HPV και την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας μπορεί να είναι μήνες ή χρόνια. Οι γυναίκες που έχουν φυσιολογικά τεστ Παπανικολάου και δεν έχουν HPV λοίμωξη, διατρέχουν πολύ μικρό κίνδυνο (0.2%) για την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Ο μοριακός έλεγχος για τον HPV γίνεται σε γυναίκες που έχουν παθολογικό τεστ ΠΑΠ. Αποτελέσματα τεστ ΠΑΠ, όπως «άτυπα επιθηλιακά κύτταρα απροσδιόριστης σημασίας» ή «χαμηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή βλάβη» θα πρέπει να διερευνώνται με μοριακό έλεγχο για τον HPV.

Πολυάριθμες πηγές δείχνουν ότι περισσότερες από το 60% των γυναικών με μη φυσιολογικά τεστ ΠΑΠ, είναι θετικές για στελέχη HPV υψηλού κινδύνου. Αν ο μοριακός έλεγχος για τον HPV είναι θετικός, η γυναίκα θα πρέπει να υποβληθεί σε κολποσκόπηση και διερεύνηση για πιο σοβαρές βλάβες του τραχήλου της μήτρας, όπως ο καρκίνος. Η HPV λοίμωξη είναι πιο συχνή στις νεότερες γυναίκες και συχνά αυτοπεριορίζεται αυθόρμητα, ιδίως σε γυναίκες μικρότερες των 30 ετών. Αντίθετα, επίμονες λοιμώξεις με υψηλού κινδύνου HPV στελέχη, είναι συχνότερες σε γυναίκες ηλικίας άνω των 30 ετών. Οι πρόσφατες κατευθυντήριες γραμμές προτείνουν οι μοριακές εξετάσεις για HPV να γίνονται σε γυναίκες μεγαλύτερες των 30 ετών ή σε νεότερες γυναίκες με υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις.

 

 

 

 

Σημαντική Σημείωση

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν την σημαντικότερη παράμετρο για τη διάγνωση και την παρακολούθηση όλων των παθολογικών καταστάσεων. Το 70-80% των διαγνωστικών αποφάσεων βασίζεται στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ορθή ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει την "υγεία" από τη "νόσο".

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως το αριθμητικό αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης ανάλυσης. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα και τα αποτελέσματα άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και πληροφοριών. Ο προσωπικός σας γιατρός μπορεί να εξηγήσει τη σημασία των αποτελεσμάτων των εξετάσεων σας.

Στη Διαγνωστική Αθηνών απαντάμε σε κάθε σας απορία σχετικά με τις εξετάσεις που κάνετε στο εργαστήριο μας και επικοινωνούμε με τον γιατρό σας προκειμένου να έχετε την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα.

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it