URL path: Αρχική σελίδα // Blog // Καρδιολογία // Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο
Blog
Καρδιολογία

Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο

Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο (ΟΣΣ) είναι ένας όρος που περιλαμβάνει μια ομάδα καταστάσεων που σχετίζονται με την ξαφνική, μειωμένη ροή αίματος στον καρδιακό μυ. Συνήθως περιλαμβάνει το έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή) και την ασταθή στηθάγχη. Το οξύ στεφανιαίο σύνδρομο αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση για να περιοριστεί η βλάβη στον καρδιακό μυ και να αποτραπεί η πιθανότητα σοβαρών επιπλοκών ή θανάτου.

Η επιδημιολογία του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου δείχνει ότι είναι μία από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι καρδιαγγειακές παθήσεις προκαλούν περίπου 17.9 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, με μεγάλο ποσοστό αυτών να οφείλεται σε ΟΣΣ. Οι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την ηλικία, το φύλο (οι άνδρες είναι πιο επιρρεπείς), την υπέρταση, την υψηλή χοληστερίνη, το κάπνισμα, την καθιστική ζωή, την παχυσαρκία, το σακχαρώδη διαβήτη και το οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων.

Η παθοφυσιολογία του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου σχετίζεται κυρίως με την αθηροσκλήρωση, μια κατάσταση όπου οι αθηρωματικές πλάκες συσσωρεύονται στα τοιχώματα των αρτηριών. Όταν αυτές οι πλάκες ρήγνυνται, σχηματίζεται θρόμβος αίματος που μπορεί να περιορίσει ή να εμποδίσει πλήρως τη ροή αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες. Αυτό οδηγεί σε ισχαιμία του μυοκαρδίου, και αν η ροή αίματος δεν αποκατασταθεί γρήγορα, σε νέκρωση του καρδιακού ιστού (έμφραγμα του μυοκαρδίου).

Οι κύριες αιτίες του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου περιλαμβάνουν την αθηροσκλήρωση, τη ρήξη αθηρωματικής πλάκας, τον θρόμβο αίματος και σπανιότερα, τον σπασμό των στεφανιαίων αρτηριών. Οι παράγοντες κινδύνου ενισχύουν την ανάπτυξη και την επιδείνωση αυτών των αιτιών.

Τα συμπτώματα του ΟΣΣ περιλαμβάνουν πόνο ή δυσφορία στο στήθος, που συχνά περιγράφεται ως πίεση, σύσφιξη ή κάψιμο. Ο πόνος μπορεί να αντανακλά στο λαιμό, τη γνάθο, τους ώμους, την πλάτη ή τα άνω άκρα. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν δύσπνοια, ναυτία, εφίδρωση, αδυναμία, ζάλη ή λιποθυμία. Σημαντική είναι η διαφορική διάγνωση του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου από άλλες καταστάσεις που μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα, όπως η πνευμονική εμβολή, η οξεία περικαρδίτιδα, το ανεύρυσμα της αορτής και τα προβλήματα του γαστρεντερικού συστήματος.

Οι επιπλοκές του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου μπορεί να είναι σοβαρές και περιλαμβάνουν την καρδιακή ανεπάρκεια, την καρδιακή αρρυθμία, το καρδιογενές σοκ και την αιφνίδια καρδιακή ανακοπή. Η ταχεία αναγνώριση και αντιμετώπιση του ΟΣΣ είναι κρίσιμη για την αποφυγή αυτών των επιπλοκών.

Η θεραπεία του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου εξαρτάται από τη σοβαρότητα και τον τύπο του συνδρόμου. Περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όπως αντιαιμοπεταλιακά (ασπιρίνη, κλοπιδογρέλη), αντιπηκτικά (ηπαρίνη), νιτρώδη, β-αναστολείς και αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors). Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται επεμβατική αντιμετώπιση, όπως η αγγειοπλαστική ή η χειρουργική παράκαμψη στεφανιαίας αρτηρίας (CABG).

Οι εργαστηριακές εξετάσεις είναι κρίσιμες για τη διάγνωση και τη διαχείριση του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου. Τα κύρια εργαστηριακά τεστ περιλαμβάνουν τη μέτρηση των καρδιακών ενζύμων και δεικτών. Η τροπονίνη-Τ είναι ο πιο ευαίσθητος και ειδικός δείκτης για τη μυοκαρδιακή βλάβη και αυξάνεται μέσα σε λίγες ώρες από την έναρξη του εμφράγματος. Άλλοι δείκτες περιλαμβάνουν την κινάση κρεατίνης-MB (CK-MB) και τη μυοσφαιρίνη, αν και είναι λιγότερο ειδικοί από την τροπονίνη. Επιπλέον, οι ασθενείς υποβάλλονται σε ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) για την ανίχνευση ισχαιμικών αλλαγών, όπως ανύψωση ή κατάσπαση του τμήματος ST. Οι εξετάσεις αίματος για λιπίδια και σάκχαρο είναι επίσης σημαντικές για την εκτίμηση των παραγόντων κινδύνου.

Η παρακολούθηση των ασθενών με ΟΣΣ μετά την αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει τακτική κλινική αξιολόγηση και επαναλαμβανόμενες εργαστηριακές εξετάσεις για την παρακολούθηση των καρδιακών δεικτών και της καρδιακής λειτουργίας. Επίσης, σημαντικός είναι ο έλεγχος και η διαχείριση των παραγόντων κινδύνου, όπως η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία και ο σακχαρώδης διαβήτης, με στόχο την πρόληψη μελλοντικών καρδιακών συμβάντων.

Share it