URL path: Αρχική σελίδα // Δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA)

Δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA)

Η μέτρηση της δεϋδροεπιανδροστερόνης (DHEA) χρησιμοποιείται στη διάγνωση και τη διαφορική διάγνωση της υπερπαραγωγής ανδρογόνων (υπερανδρογονισμός - σε συνδυασμό με μετρήσεις και άλλων στεροειδών ορμονών), στη διερεύνηση γυναικών με αμηνόρροια, υπογονιμότητα και υπερτρίχωση, στη διάγνωση και την παρακολούθηση της συγγενούς υπερπλασίας των επινεφριδίων καθώς και στη διάγνωση της πρόωρης αδρεναρχής (πρόωρη έναρξη έκκρισης ανδρογόνων σε παιδιά).

Η δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA) έχει πολύ χαμηλή ανδρογόνο δραστικότητα, αλλά χρησιμεύει ως το κυριότερο πρόδρομο μόριο για τις περισσότερες στεροειδείς φυλετικές ορμόνες. Η DHEA εκκρίνεται από τα επινεφρίδια και η παραγωγή της ελέγχεται, τουλάχιστον εν μέρει, από την φλοιεπινεφριδιοτρόπο ορμόνη (ACTH). Η μεγαλύτερη ποσότητα DHEA εκκρίνεται ως θειική δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA-S). Και οι δύο ορμόνες δεσμεύονται από την αλβουμίνη, αλλά η δέσμευση της DHEA-S είναι πολύ πιο έντονη. Ως αποτέλεσμα, οι συγκεντρώσεις της DHEA-S στην κυκλοφορία είναι πολύ υψηλότερες (>100 φορές) σε σύγκριση με την DHEA. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα της DHEA και της DHEA-S μπορούν να χρησιμοποιηθούν το ίδιο. Στις γονάδες και σε αρκετούς άλλους ιστούς, κυρίως στο δέρμα, ορισμένα ένζυμα (σουλφατάσες στεροειδών) μπορούν να μετατρέψουν την DHEA-S σε DHEA, η οποία στη συνέχεια μεταβολίζεται προς ισχυρότερα ανδρογόνα και προς οιστρογόνα.
 
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η DHEA και η DHEA-S εκκρίνονται από τα εμβρυϊκά επινεφρίδια σε μεγάλες ποσότητες και χρησιμεύουν ως πρόδρομα μόρια για την παραγωγή από τον πλακούντα του κυρίαρχου οιστρογόνου της εγκυμοσύνης, της οιστριόλης. Μέσα σε εβδομάδες μετά τη γέννηση, τα επίπεδα των DHEA και DHEA-S μειώνονται κατά 80% ή και περισσότερο και παραμένουν χαμηλά μέχρι την έναρξη της αδρεναρχής στην ηλικία των 7-8 ετών στα κορίτσια και των 8-9 ετών στα αγόρια. Η αδρεναρχή, ένα φαινόμενο που δεν είναι πλήρως κατανοητό, χαρακτηρίζεται από μια σταδιακή αύξηση της παραγωγής επινεφριδιακών ανδρογόνων, προχωρά στην εφηβεία, αλλά δεν συνδέεται αιτιολογικά με αυτή. Η πρώιμη αδρεναρχή δεν σχετίζεται με την πρώιμη εφηβεία ή με οποιαδήποτε μείωση στο τελικό ύψος ή με την εμφάνιση υπερανδρογονισμού. Ωστόσο, τα κορίτσια με πρώιμη αδρεναρχή μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών ως ενήλικες.
 
Μετά από την αδρεναρχή, τα επίπεδα DHEA και DHEA-S αυξάνονται μέχρι την ηλικία των 20 ετών σε ένα μέγιστο επίπεδο, περίπου συγκρίσιμο με αυτό που παρατηρείται κατά τη γέννηση. Στη συνέχεια, τα επίπεδα μειώνονται στα επόμενα 40 έως 60 χρόνια σε περίπου 20% των μέγιστων επιπέδων. Η κλινική σημασία αυτής της πτώσης που σχετίζεται με την ηλικία είναι άγνωστη. Σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς με πρωτοπαθή ανεπάρκεια των επινεφριδίων, η προσθήκη DHEA και DHEA-S έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει την διάθεση, την ενέργεια και τη σεξουαλική επιθυμία.

Τα αυξημένα επίπεδα DHEA και DHEA-S μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα ή σημεία υπερανδρογονισμού στις γυναίκες. Οι άνδρες είναι συνήθως ασυμπτωματικοί, αλλά μέσω της περιφερικής μετατροπής των ανδρογόνων σε οιστρογόνα, μπορεί να εμφανιστούν περιστασιακά αυξημένες ποσότητες οιστρογόνων. Οι περισσότερες ήπιες έως μέτριες αυξήσεις των επιπέδων της DHEA και DHEA-S είναι ιδιοπαθείς. Ωστόσο, οι μεγάλες αυξήσεις της DHEA και DHEA-S μπορεί να είναι ενδεικτικές όγκων των επινεφριδίων που παράγουν ανδρογόνα. Σε μικρά παιδιά, η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων λόγω ανεπάρκειας της βήτα-υδροξυστεροειδούς αφυδρογονάσης συνδέεται με την υπερβολική παραγωγή DHEA και DHEA-S. Μικρότερες αυξήσεις μπορεί να παρατηρηθούν σε ανεπάρκεια της 21-υδροξυλάσης (η συνηθέστερη μορφή συγγενούς υπερπλασίας των επινεφριδίων ) και στην έλλειψη της β-υδροξυλάσης. Αντίθετα, η ανεπάρκεια της ρυθμιστικής πρωτεΐνης STAR ή της 17 άλφα-υδροξυλάσης χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα DHEA και DHEA-S.

 

 

 

 

Σημαντική Σημείωση

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν την σημαντικότερη παράμετρο για τη διάγνωση και την παρακολούθηση όλων των παθολογικών καταστάσεων. Το 70-80% των διαγνωστικών αποφάσεων βασίζεται στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ορθή ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει την "υγεία" από τη "νόσο".

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως το αριθμητικό αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης ανάλυσης. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα και τα αποτελέσματα άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και πληροφοριών. Ο προσωπικός σας γιατρός μπορεί να εξηγήσει τη σημασία των αποτελεσμάτων των εξετάσεων σας.

Στη Διαγνωστική Αθηνών απαντάμε σε κάθε σας απορία σχετικά με τις εξετάσεις που κάνετε στο εργαστήριο μας και επικοινωνούμε με τον γιατρό σας προκειμένου να έχετε την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα.

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it