URL path: Αρχική σελίδα // Ηπατίτιδα C, Αντισώματα (Anti-HCV)

Ηπατίτιδα C, Αντισώματα (Anti-HCV)

Ο προσδιορισμός των αντισωμάτων έναντι του ιού της ηπατίτιδας C χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της έκθεσης στον ιό και για τον έλεγχο της χρόνιας ηπατίτιδας C σε συμπτωματικούς και ασυμπτωματικούς ασθενείς.

Ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV) είναι η αιτία των περισσότερων κρουσμάτων ηπατίτιδας μετά από μετάγγιση και αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. 

Οι εργαστηριακές εξετάσεις ελέγχου για πιθανή μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας C αρχίζουν συνήθως με τον έλεγχο για την παρουσία των ειδικών αντι-HCV αντισωμάτων στον ορό. Τα αντί-HCV αντισώματα συνήθως δεν είναι ανιχνεύσιμα κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 μηνών μετά τη μόλυνση, αλλά ανιχνεύονται περίπου 6 μήνες μετά την έναρξη της λοίμωξης. Αυτά τα αντισώματα δεν εξουδετερώνουν τον ιό και δεν παρέχουν προστατευτική ανοσία έναντι της λοίμωξης. Η μείωση του τίτλου των ειδικών αντισωμάτων μπορεί να επέλθει μετά την αποδρομή της λοίμωξης.
 
Παρά την σημαντική αξία των ορολογικών εξετάσεων στην ανίχνευση της λοίμωξης από τον ιό HCV, υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί:

  • Μπορεί να υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση (μέχρι 6 μήνες) μεταξύ της έκθεσης στον ιό και της ανάπτυξης ανιχνεύσιμων επιπέδων αντι-HCV αντισωμάτων
  • Ο ορολογικός έλεγχος δεν μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ παρελθούσας (επιλυθείσας) και παρούσας HCV λοίμωξης
  • Ο ορολογικός έλεγχος δεν μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία της λοίμωξης

Το θετικό αποτέλεσμα του ορολογικού ελέγχου θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από συμπληρωματικές ή επιβεβαιωτικές εξετάσεις, όπως ο μοριακός έλεγχος για το RNA του HCV ή ο επιβεβαιωτικός έλεγχος για τα HCV αντισώματα με Western blot. Ο μοριακός έλεγχος παρέχει μια πολύ ευαίσθητη και ειδική προσέγγιση για την άμεση ανίχνευση του ιού της ηπατίτιδας C.

 

 

 

 

Σημαντική Σημείωση

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν την σημαντικότερη παράμετρο για τη διάγνωση και την παρακολούθηση όλων των παθολογικών καταστάσεων. Το 70-80% των διαγνωστικών αποφάσεων βασίζεται στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ορθή ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει την "υγεία" από τη "νόσο".

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως το αριθμητικό αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης ανάλυσης. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα και τα αποτελέσματα άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και πληροφοριών. Ο προσωπικός σας γιατρός μπορεί να εξηγήσει τη σημασία των αποτελεσμάτων των εξετάσεων σας.

Στη Διαγνωστική Αθηνών απαντάμε σε κάθε σας απορία σχετικά με τις εξετάσεις που κάνετε στο εργαστήριο μας και επικοινωνούμε με τον γιατρό σας προκειμένου να έχετε την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα.

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it