URL path: Αρχική σελίδα // Κάλιο (Κ)

Κάλιο (Κ)

Η μέτρηση του καλίου στον ορό χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών, των καρδιακών αρρυθμιών, της μυϊκής αδυναμίας, της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας και της νεφρικής ανεπάρκειας Το κάλιο θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας πολλών παθήσεων, αλλά κυρίως στη διαβητική κετοξέωση και σε οποιαδήποτε ενδοφλέβια θεραπεία για τη χορήγηση υγρών.

Περισσότερες Πληροφορίες

Το κάλιο (Κ) είναι το κύριο ενδοκυττάριο κατιόν ενώ βρίσκεται σε μικρές μόνο ποσότητες και στο εξωκυττάριο υγρό. Υπάρχει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ καλίου και νατρίου. Το κάλιο είναι υπεύθυνο για τη συντήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας, τη ρύθμιση της κυτταρικής οσμωτικής πίεσης και της ηλεκτρικής αγωγιμότητας στα μυϊκά κύτταρα, ιδιαίτερα του καρδιακού μυ και των σκελετικών μυών. Τα επίπεδα του καλίου στον ορό χρησιμοποιούνται συχνά για την αξιολόγηση ασθενών με καρδιακές αρρυθμίες, νεφρική δυσλειτουργία, διανοητική σύγχυση και γαστρεντερικές διαταραχές.

Οι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό (υπερκαλιαιμία) έχουν αδυναμία, κακουχία, ναυτία, διάρροια, ευερεθιστότητα μυών, ολιγουρία και βραδυκαρδία. Οι ασθενείς με υποκαλιαιμία, δηλαδή με επίπεδα καλίου στο αίμα κάτω από το φυσιολογικό, εμφανίζουν διανοητική σύγχυση, ανορεξία, μυϊκή αδυναμία, παραισθησίες, υπόταση, ταχύ και αδύναμο σφυγμό και μειωμένα αντανακλαστικά.

Η υποκαλιαιμία ενισχύει την επίδραση των σκευασμάτων δακτυλίτιδας, καθιστώντας τον ασθενή επιρρεπή σε τοξικότητα από δακτυλίτιδα. Πολλοί ασθενείς λαμβάνουν τόσο δακτυλίτιδα όσο και διουρητικά που προκαλούν απώλεια καλίου. Η προκύπτουσα υποκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε δυνητικά θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες. Όλοι οι ασθενείς με υπερκαλιαιμία ή υποκαλιαιμία μπορεί να εμφανίσουν καρδιακές αρρυθμίες.

Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών
 
  • Αύξηση (Υπερκαλιαιμία): Οξέωση, νόσος Addison, ανεπάρκεια φλοιού των επινεφριδίων, αιμολυτική αναιμία, άγχος, άσθμα, εγκαύματα, αιμοκάθαρση, δίαιτα (υπερβολική πρόσληψη καλίου), αρρυθμία, αιμόλυση, υποαερισμός, αυξημένη ωσμωτικότητα, οξεία λοίμωξη, κετοξέωση, λευκοκυττάρωση, κακοήθης υπερθερμία, μαζική ταχεία μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων, μεταβολική οξέωση, νέκρωση μυών, πνιγμός, εντερική απόφραξη, πνευμονία, ψευδοϋποαλδοστερονισμός, νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική υπέρταση, σήψη, σοκ, επιληπτικές κρίσεις, σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADHS), θρομβοκυττάρωση, ιστικό τραύμα, ουραιμία, σύνδρομο Waterhouse-Friderichsen. Φάρμακα: Ανταγωνιστές της αλδοστερόνης, αμιλορίδη, αμινοκαπροϊκό οξύ, αντινεοπλασματικοί παράγοντες, β-αδρενεργικοί αποκλειστές, ασβέστιο, καπτοπρίλη, κυκλοφωσφαμίδη, κυκλοσπορίνη, διγοξίνη, εναλαπρίλη, εφεδρίνη, επινεφρίνη, οιστρογόνα, ηπαρίνη, ισταμίνη, υδροχλωροθειαζίδη, ιβουπροφαίνη, ινδομεθακίνη, ισονιαζίδη, λίθιο, μαννιτόλη, μεθικιλλίνη, μη στεροειδής αντι-φλεγμονώδεις παράγοντες, όξινο ανθρακικό κάλιο, χλωριούχο κάλιο, κιτρικό κάλιο, γλυκονικό κάλιο, πενικιλλίνη, φαινφορμίνη, προπρανολόλη, υποκατάστατα αλατιού, σπιρονολακτόνη, σουκινυλοχολίνη, τετρακυκλίνες, μηλεϊνική τιμολόλη, τριαμτερένη, τρομεθαμίνη, βαλσαρτάνη.
  • Μείωση (Υποκαλιαιμία): Μετά από σιγμοειδοσκόπηση, οξεία σωληναριακή νέκρωση (διουρητική φάση), αλκοολισμός, πρωτοπαθής αλδοστερονισμός, αλκάλωση, ανορεξία, δηλητηρίαση με βάριο, σύνδρομο Bartter, βραδυκαρδία, καρκίνος παχέος εντέρου, εγκεφαλική παράλυση, χολέρα, κίρρωση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, νόσος του Crohn, νόσος Cushing, αφυδάτωση, άποιος διαβήτης, σακχαρώδης διαβήτης, διάρροια, αρρυθμίες, σύνδρομο Fanconi, πυρετός, συρίγγια, ανεπάρκεια φυλλικού οξέος, υπεραλδοστερονισμός, υπέρταση, υπομαγνησιαιμία, υποθερμία, υποογκαιμία, υστερεκτομή, kwashiorkor, κετοξέωση, κατάχρηση καθαρτικών, λέμφωμα, δυσαπορρόφηση, κακοήθης υπερθερμία (όψιμη φάση), μεταβολική αλκάλωση, νεφρίτιδα, οργανικό εγκεφαλικό σύνδρομο, οξεία παγκρεατίτιδα, παραλυτικός ειλεός, ψευδοαλδοστερισνισμός, χρόνια πυελονεφρίτιδα, πυλωρική απόφραξη, νεφρική σωληναριακή οξέωση, δηλητηρίαση από σαλικυλικά, νεφροπάθεια με απώλεια αλάτων, εφίδρωση, γαστρική αναρρόφηση, χειρουργική επέμβαση (μετεγχειρητικά), πείνα, άγχος, σύνδρομο τοξικού σοκ, αδένωμα λαχνών, VIPωμα, εμετός, σύνδρομο Zollinger-Ellison (διάρροια). Φάρμακα: Ακεταζολαμίδη, αλβουτερόλη, χλωριούχο αμμώνιο, αμφοτερικίνη Β, ασπιρίνη, βάριο, βήτα-2 αγωνιστές, διττανθρακικά, βισακοδύλη, βρογχοδιασταλτικά, καρβενικιλλίνη, καρβενοξολόνη, χλωροθαλιδόνη, σισπλατίνη, κορτικοστεροειδή, κορτικοτροπίνη, διγοξίνη, EDTA, διουρητικά, αιθακρυνικό οξύ, φουροσεμίδη, γάμμα-υδροξυβουτυρικό (GHB), θειική γενταμυκίνη, γλυκόζη, ινσουλίνη, καθαρτικά, υδραργυρικά διουρητικά, πενικιλλίνη G, πιπερακιλλίνη, ρισπεριδόνη, σαλικυλικά, όξινο ανθρακικό νάτριο, χλωριούχο νάτριο, σουκινυλοχολίνη, θεοφυλλίνη, θειαζίδες, θειοπεντάλη, τικαρκιλλίνη, τριμεθαφάνη. Βότανα ή φυσικές θεραπείες που περιλαμβάνουν αλόη (μακροχρόνια χρήση), γλυκόριζα (Glycyrrhiza glabra) και προϊόντα που περιέχουν αριστολοχικά οξέα.

 

 

Σημαντική Σημείωση

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν την σημαντικότερη παράμετρο για τη διάγνωση και την παρακολούθηση όλων των παθολογικών καταστάσεων. Το 70-80% των διαγνωστικών αποφάσεων βασίζεται στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ορθή ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει την "υγεία" από τη "νόσο".

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως το αριθμητικό αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης ανάλυσης. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα και τα αποτελέσματα άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και πληροφοριών. Ο προσωπικός σας γιατρός μπορεί να εξηγήσει τη σημασία των αποτελεσμάτων των εξετάσεων σας.

Στη Διαγνωστική Αθηνών απαντάμε σε κάθε σας απορία σχετικά με τις εξετάσεις που κάνετε στο εργαστήριο μας και επικοινωνούμε με τον γιατρό σας προκειμένου να έχετε την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα.

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it