URL path: Αρχική σελίδα // Βιταμίνη D 1,25 Διυδροξυ

Βιταμίνη D 1,25 Διυδροξυ

Η μέτρηση της 1,25-διυδροξυ βιταμίνης D χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική εξέταση στην αξιολόγηση της κατάστασης της βιταμίνης D στον οργανισμό, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική νόσο, στον έλεγχο ασθενών με κλινικές ενδείξεις ανεπάρκειας βιταμίνης D και στη διαφορική διάγνωση της υπερασβεσταιμίας.

Η βιταμίνη D είναι μία λιποδιαλυτή βιταμίνη. Οι δύο κύριες μορφές της βιταμίνης D είναι η βιταμίνη D2εργοκαλσιφερόλη) και η βιταμίνη D3χοληκαλσιφερόλη).

Η βιταμίνη D2 προέχεται από διαιτητικές πηγές φυτικής προέλευσης.

Η βιταμίνη D3 παράγεται στο δέρμα όταν εκτίθεται στο ηλιακό φως και πιο συγκεκριμένα στην υπεριώδη ακτινοβολία Β (UVB). Κατ’ αυτό τον τρόπο, η 7-δεϋδροχοληστερόλη αντιδρά με το UVB φως σε μήκη κύματος μεταξύ 270 και 300 nm για να παράγει τη βιταμίνη D3. Αυτά τα μήκη κύματος υπάρχουν σε καθημερινή βάση στους τροπικούς, κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού στις εύκρατες περιοχές και σχεδόν ποτέ στον αρκτικό κύκλο. Επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D3 μπορεί να παραχθούν στο δέρμα μετά από 10 με 15 λεπτά έκθεσης στον ήλιο του προσώπου, των χεριών, των βραχιόνων και της πλάτης, χωρίς αντηλιακό, τουλάχιστον για 2 φορές την εβδομάδα. Ένα μέρος της βιταμίνης D3 του οργανισμού προέρχεται από διατητικές πηγές ζωικής προέλευσης. Επειδή μόνο τα ψάρια είναι φυσικά πλούσια σε βιταμίνη D, το μεγαλύτερο μέρος της λαμβανόμενης βιταμίνης D στις βιομηχανοποιημένες κοινωνίες προέρχεται από εμπλουτισμένα προϊόντα όπως το γάλα, το γάλα σόγιας και τα δημητριακά για πρωινό ή τα συμπληρώματα διατροφής.

Μετά την παραγωγή της βιταμίνης D στο δέρμα ή την πρόσληψή της από την τροφή, μετατρέπεται στο ήπαρ σε 25-ύδροξυ βιταμίνη D και στους νεφρούς σε 1,25-διυδροξυ βιταμίνη D (1,25 [OH]2 D), τη δραστική μορφή της βιταμίνης D. Μετά από αυτή τη μετατροπή, η δραστική μορφή της βιταμίνης D απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος.

Η βιταμίνη D ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου στο αίμα προάγοντας την απορρόφησή τους από την τροφή στο έντερο και προάγοντας την επαναρρόφηση του ασβεστίου στα νεφρά. Αυτό επιτρέπει τη φυσιολογική πρόσληψη του ασβεστίου στα οστά, αναγκαία για την ανάπτυξη και την ανάπλαση τους. Η βιταμίνη D αναστέλλει την έκκριση της παραθορμόνης από τους παραθυρεοειδείς αδένες. Η βιταμίνη D προάγει τις λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος με την αύξηση της φαγοκυττάρωσης, την αντικαρκινική δράση και έχει και άλλες ανοσορυθμιστικές λειτουργίες.

Η έλλειψη της βιταμίνης D μπορεί να προκύψει από ανεπαρκή διαιτητική πρόσληψη, από ανεπαρκή έκθεση στο ηλιακό φως, από σύνδρομα δυσαπορρόφησης, από ηπατικές ή νεφρικές διαταραχές ή από έναν αριθμό κληρονομικών μεταβολικών διαταραχών. Η έλλειψή της προκαλεί μειωμένη εναπόθεση ασβεστίου στα οστά και οδηγεί σε νοσήματα των οστών (ραχίτιδα στα παιδιά και οστεομαλακία στους ενήλικες). Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D μπορεί επίσης να συμβάλει στην εμφάνιση οστεοπόρωσης. Πρόσφατα, έχει παρατηρηθεί ότι η έλλειψη της βιταμίνης D σχετίζεται με καρκίνους του παχέος εντέρου, του μαστού και του παγκρέατος. Επίσης, αρκετές μελέτες δείχνουν την ευεργετική συσχέτιση μεταξύ της πρόσληψης βιταμίνης D και της πρόληψης διάφορων μορφών καρκίνου. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D συνδέεται με αύξηση της αρτηριακής πίεσης και του κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα.

Τα επίπεδα της βιταμίνης D μπορούν να μετρηθούν στο αίμα. Συνήθως μετρώνται τα επίπεδα της 25-υδροξυ βιταμίνης D2 και D3 και υπολογίζεται το σύνολο της 25-υδροξυ βιταμίνης D. Η θεραπεία βασίζεται στη μέτρηση του συνόλου των επιπέδων της 25-υδροξυ βιταμίνης D. Η 1,25-διυδροξυ βιταμίνη D (ο ενεργός μεταβολίτης της βιταμίνης D) μπορεί να μετρηθεί και είναι χρήσιμο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανεπάρκειας της βιταμίνης D ακόμα και αν έχουν φυσιολογικά επίπεδα συνολικής βιταμίνης D.

Οι απαιτήσεις του οργανισμού σε βιταμίνη D αυξάνουν με την ηλικία. Ωστόσο, η ικανότητα του δέρματος για μετατροπή της 7-δεϋδροχοληστερόλης σε βιταμίνη D3 μειώνεται και ταυτόχρονα, η ικανότητα των νεφρών να μετατρέψουν την D2 στην ενεργή μορφή της μειώνεται επίσης με την ηλικία, δημιουργώντας έτσι την ανάγκη για αυξημένη λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D σε ηλικιωμένα άτομα. Άλλες ομάδες ιδιαίτερα εκτεθειμένων σε κίνδυνο για έλλειψη βιταμίνης D περιλαμβάνουν:

  • Τα βρέφη που θηλάζουν, επειδή το ανθρώπινο γάλα από μόνο του δεν έχει επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D
  • Τα άτομα με περιορισμένη έκθεση στον ήλιο
  • Οι γυναίκες που φορούν μακριές ρόμπες και καλύμματα κεφαλής
  • Οι άνθρωποι με επαγγέλματα που εμποδίζουν την έκθεση στον ήλιο
  • Τα άτομα με δείκτη μάζας σώματος (BMI) ≥ 30 επειδή η βιταμίνη D2 παγιδεύεται στο υποδόριο λίπος
  • Τα άτομα που έχουν μειωμένη ικανότητα να απορροφούν το διατροφικό λίπος, επειδή η βιταμίνη D (ως λιποδιαλυτή βιταμίνη) απαιτεί κάποια ποσότητα διατροφικού λίπους στο έντερο για να απορροφηθεί
  • Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική νόσο, επειδή δεν μπορούν να μετατρέψουν τη βιταμίνη D στην ενεργό μεταβολική μορφή της

Τα κορτικοστεροειδή μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της βιταμίνης D μειώνοντας την απορρόφηση του ασβεστίου. Το φάρμακο ορλιστάτη για την απώλεια βάρους και το φάρμακο χολεστυραμίνη για τη μείωση της χοληστερόλης, μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα της βιταμίνης D εξαιτίας της μείωσης της απορρόφηση της (όπως και των άλλων λιποδιαλυτών βιταμινών). Τα βαρβιτουρικά και η φαινυτοΐνη μειώνουν τα επίπεδα της βιταμίνης D, αυξάνοντας τον ηπατικό μεταβολισμό της βιταμίνης D σε ανενεργούς μεταβολίτες.  

Ενώ η 1,25-διυδροξυ βιταμίνη D είναι ο πιο ισχυρός μεταβολίτης της βιταμίνης D, τα επίπεδα της 25-ΟΗ ύδροξυ βιταμίνης D αντανακλούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα αποθέματα βιταμίνης D του σώματος. 

Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών
 
  • Αύξηση: Σύνδρομο William, συμπληρώματα διατροφής
  • Μείωση: Ραχίτιδα, οστεομαλακία, οστεοπόρωση, διαταραχές γαστρεντερικού με δυσαπορρόφηση, νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική νόσος, οικογενής υποφωσφατιδαιμική ραχίτιδα (φυλοσύνδετη υποφωσφατιδαιμική ραχίτιδα), οξεία φλεγμονώδης νόσος, ανεπαρκής πρόσληψη βιταμίνης D, ανεπαρκής έκθεση στο ηλιακό φως

 

 

 

 

Σημαντική Σημείωση

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν την σημαντικότερη παράμετρο για τη διάγνωση και την παρακολούθηση όλων των παθολογικών καταστάσεων. Το 70-80% των διαγνωστικών αποφάσεων βασίζεται στις εργαστηριακές εξετάσεις. Η ορθή ερμηνεία των εργαστηριακών αποτελεσμάτων επιτρέπει στον γιατρό να διακρίνει την "υγεία" από τη "νόσο".

Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως το αριθμητικό αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης ανάλυσης. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τα κλινικά ευρήματα και τα αποτελέσματα άλλων εργαστηριακών εξετάσεων και πληροφοριών. Ο προσωπικός σας γιατρός μπορεί να εξηγήσει τη σημασία των αποτελεσμάτων των εξετάσεων σας.

Στη Διαγνωστική Αθηνών απαντάμε σε κάθε σας απορία σχετικά με τις εξετάσεις που κάνετε στο εργαστήριο μας και επικοινωνούμε με τον γιατρό σας προκειμένου να έχετε την καλύτερη δυνατή ιατρική φροντίδα.

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it