URL path: Αρχική σελίδα // Μη Συνδρομική Απώλεια Ακοής, Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος

Μη Συνδρομική Απώλεια Ακοής, Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος

Ο Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος για την Μη Συνδρομική Απώλεια Ακοής χρησιμοποιεί τεχνολογία αλληλούχισης νέας γενιάς (NGS) για την ανάλυση 138 γονιδίων που σχετίζονται με με κληρονομική μη συνδρομική απώλεια ακοής. Πρόκειται για στοχευμένο πάνελ γονιδίων, σχεδιασμένο ώστε να υποστηρίζει την ακριβή διάγνωση, την εκτίμηση του κινδύνου και την πρόληψη.

Περισσότερες Πληροφορίες

Ο Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος για την Μη Συνδρομική Απώλεια Ακοής είναι μια εξειδικευμένη διαγνωστική εξέταση που έχει σχεδιαστεί για την ανάλυση συγκεκριμένων γονιδίων που σχετίζονται με την απώλεια ακοής, η οποία εμφανίζεται ανεξάρτητα από άλλα κλινικά χαρακτηριστικά. Η μορφή αυτή της απώλειας ακοής, γνωστή ως μη συνδρομική, αποτελεί τον συχνότερο τύπο κληρονομικής απώλειας ακοής και αφορά περίπου το 70% των γενετικών περιπτώσεων. Ο πλήρης γονιδιακός έλεγχος για την μη συνδρομική απώλεια ακοής χρησιμοποιείται ευρέως στη γενετική διάγνωση για την ανίχνευση των μοριακών αιτίων συγγενούς ή εξελισσόμενης απώλειας ακοής που δεν συνδέεται με άλλα σύνδρομα ή συστηματικές διαταραχές.

Η μη συνδρομική απώλεια ακοής μπορεί να είναι παρούσα από τη γέννηση ή να εμφανιστεί αργότερα στη ζωή, και η βαρύτητά της μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως και βαριά ή κωφότητα. Συνήθως κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο ή αυτοσωμκό επικρατή τρόπο, αν και παρατηρούνται επίσης μορφές με φυλοσύνδετη ή μιτοχονδριακή κληρονομικότητα. Οι περισσότερες περιπτώσεις με αυτοσωμική υπολειπόμενη κληρονομικότητα είναι συγγενείς και προγλωσσικές, δηλαδή η απώλεια ακοής είναι παρούσα πριν την ανάπτυξη της ομιλίας. Αντιθέτως, οι αυτοσωμικές επικρατείς μορφές τείνουν να εμφανίζονται μετά την ανάπτυξη της ομιλίας και να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Ο εντοπισμός της γενετικής αιτίας παρέχει κρίσιμες πληροφορίες για την πρόγνωση, την εξέλιξη και τον κίνδυνο επανεμφάνισης της διαταραχής, ενώ ανοίγει προοπτικές για μελλοντικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Γενετικές αλλοιώσεις σε γονίδια όπως τα GJB2, GJB6, STRC, TECTA, MYO15A και άλλα έχουν συνδεθεί με διάφορες μορφές μη συνδρομικής απώλειας ακοής. Οι μεταλλάξεις σε αυτά τα γονίδια μπορούν να διαταράξουν τη λειτουργία πρωτεϊνών που είναι κρίσιμες για τη δομή και λειτουργία του έσω ωτός, ειδικά του κοχλία και των ακουστικών οδών. Όταν ανιχνεύονται παθολογικές γενετικές παραλλαγές, διευκολύνεται η ακριβής ταξινόμηση του τύπου και του τρόπου κληρονομικότητας της απώλειας ακοής, γεγονός που επιτρέπει τη διάκριση μεταξύ σταθερών και προοδευτικών μορφών και καθοδηγεί την επιλογή υποστηρικτικών μέσων όπως ακουστικά βαρηκοΐας ή κοχλιακά εμφυτεύματα.

Η χαμηλότερη από το φυσιολογικό έκφραση ή λειτουργία των συγκεκριμένων γονιδίων, ως αποτέλεσμα παθογόνων παραλλαγών, σχετίζεται με διαταραχή στη μετάδοση του ήχου. Σπανιότερα, αυξημένη ή τροποποιημένη λειτουργία των ίδιων γονιδίων μπορεί να προκαλέσει τοξικές επιδράσεις στο ακουστικό σύστημα. Ο πλήρης γονιδιακός έλεγχος για τη μη συνδρομική απώλεια ακοής έχει σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση της ακοής σε παιδιά και ενήλικες, ιδίως όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό απώλειας ακοής ή όταν οι συνήθεις ωτορινολαρυγγολογικές εξετάσεις δεν αποδίδουν ασφαλή συμπεράσματα. Επιπλέον, συμβάλλει σε προγράμματα προληπτικού ελέγχου σε πληθυσμούς με υψηλή συχνότητα κληρονομικών ακουστικών διαταραχών.

Η εξέταση διενεργείται σε κλινικό εργαστήριο διαπιστευμένο κατά ISO 15189 και πιστοποιημένο από CLIA και CAP, εξασφαλίζοντας την εγκυρότητα, την ακρίβεια και τη διεθνή αναγνώριση των αποτελεσμάτων.

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it