URL path: Αρχική σελίδα // FRAT® - Έλεγχος Αυτοαντισωμάτων έναντι του Υποδοχέα Άλφα του Φυλλικού Οξέος FRα

FRAT® - Έλεγχος Αυτοαντισωμάτων έναντι του Υποδοχέα Άλφα του Φυλλικού Οξέος FRα

Η εξέταση FRAT® (Folate Receptor Autoantibody Test) αποτελεί πρωτότυπη λειτουργική μεθοδολογία που αναπτύχθηκε από τον Dr. Edward V. Quadros και την ερευνητική του ομάδα στο State University of New York (SUNY) Downstate Health Sciences University, Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τον επίσημο πάροχο της εξέτασης, πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη διαγνωστική δοκιμασία που ανιχνεύει τόσο τα δεσμευτικά (binding) όσο και τα ανασταλτικά (blocking) αυτοαντισώματα έναντι του υποδοχέα άλφα του φυλλικού οξέος (FRα).

Η ανάλυση των δειγμάτων διενεργείται αποκλειστικά σε πιστοποιημένο κατά CLIA εργαστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εφαρμόζεται η αυθεντική και εξειδικευμένη τεχνική της εξέτασης.

Η Διαγνωστική Αθηνών λειτουργεί ως συνεργαζόμενος φορέας, αναλαμβάνοντας τη διενέργεια της αιμοληψίας, την ορθή προαναλυτική διαχείριση και τη διασφαλισμένη διεθνή αποστολή του δείγματος στο πιστοποιημένο εργαστήριο, όπου και πραγματοποιείται η τελική ανάλυση. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η πρόσβαση των ασθενών στην αυθεντική και διεθνώς μοναδική εξέταση, με πλήρη τήρηση των προδιαγραφών ποιότητας και μεταφοράς βιολογικού υλικού.

Περιγραφή της Εξέτασης

Η εξέταση FRAT® (Folate Receptor Autoantibody Test) αποτελεί μία εξειδικευμένη εργαστηριακή μέθοδο που ανιχνεύει και ποσοτικοποιεί τα αυτοαντισώματα έναντι του υποδοχέα άλφα του φυλλικού οξέος (Folate Receptor Alpha, FRα) στον ορό του αίματος.

Ο υποδοχέας FRα είναι μία υψηλής συγγένειας μεμβρανική γλυκοπρωτεΐνη, υπεύθυνη για τη μεταφορά του 5-μεθυλοτετραϋδροφυλλικού (5-MTHF) - δηλαδή της βιολογικά ενεργής και κυκλοφορούσας μορφής του φυλλικού οξέος - διαμέσου του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και άλλων επιθηλιακών ιστών. Η παρουσία αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα FRα μπορεί να αναστείλει ή να παρεμποδίσει τη δέσμευση και τη μεταφορά του φυλλικού οξέος, οδηγώντας σε λειτουργική ανεπάρκεια φυλλικού, ακόμη και όταν τα επίπεδά του στον ορό είναι φυσιολογικά.

Η δοκιμασία διακρίνει δύο κύριους τύπους αυτοαντισωμάτων:

  1. τα δεσμευτικά (binding antibodies), τα οποία συνδέονται με τον υποδοχέα χωρίς απαραίτητα να αναστέλλουν άμεσα τη λειτουργία του
  2. τα ανασταλτικά (blocking antibodies), τα οποία παρεμποδίζουν τη σύνδεση του φυλλικού με τον υποδοχέα

Η μέτρηση πραγματοποιείται κυρίως με λειτουργική ραδιοδεσμευτική ανάλυση (radioligand assay), μια εξειδικευμένη εργαστηριακή μέθοδο που επιτρέπει την ποσοτική εκτίμηση της ικανότητας των αυτοαντισωμάτων να αναστέλλουν τη σύνδεση του φυλλικού με τον υποδοχέα. Η εξέταση δεν αξιολογεί τα επίπεδα φυλλικού, αλλά τον ανοσολογικό μηχανισμό που δύναται να επηρεάζει τη μεταφορά του από τον υποδοχέα. Έτσι, κατ’ επέκταση, η εξέταση FRAT® αποτελεί μια εκτίμηση της βιοδιαθεσιμότητας του φυλλικού οξέος σε κυτταρικό και ιδιαίτερα ενδοεγκεφαλικό επίπεδο.

Παθοφυσιολογική Ερμηνεία

Η ανίχνευση αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα FRα αντανακλά έναν μηχανισμό διαταραχής της ομοιόστασης του φυλλικού, με ανοσολογική βάση και με ιδιαίτερη σημασία για το κεντρικό νευρικό σύστημα. Ο υποδοχέας FRα εκφράζεται σε υψηλή πυκνότητα στο χοριοειδές πλέγμα, όπου διαμεσολαβεί τη μεταφορά του 5-μεθυλοτετραϋδροφυλλικού (5-MTHF) στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η παρουσία ανασταλτικών αυτοαντισωμάτων μπορεί να μειώσει τη διαθεσιμότητα του 5-MTHF στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε μια κατάσταση που είναι γνωστή ως εγκεφαλική ανεπάρκεια φυλλικού (cerebral folate deficiency, CFD), παρά τις φυσιολογικές ή επαρκείς συγκεντρώσεις φυλλικού στον ορό.

Το φυλλικό οξύ έχει κρίσιμο ρόλο στο μεταβολισμό του ενός ατόμου άνθρακα (1C), στη σύνθεση νουκλεοτιδίων, στη μεθυλίωση του DNA και του RNA και στη βιοσύνθεση νευροδιαβιβαστών. Η διαταραχή της παροχής του εντός του εγκεφάλου μπορεί να επηρεάσει την επιγενετική ρύθμιση, τη μυελίνωση και τη συναπτική πλαστικότητα. Η παραγωγή αυτοαντισωμάτων φαίνεται να συνδέεται με αυτοάνοσες διεργασίες ή με άλλες διαταραχές της ανοσορρύθμισης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξέταση FRAT® λειτουργεί ως βιοδείκτης μιας ειδικής ανοσολογικής παρεμβολής στον μεταβολισμό του φυλλικού, με δυνητικές νευροαναπτυξιακές και νευροψυχιατρικές επιπτώσεις.

Η ερμηνεία της εξέτασης βασίζεται στην ποσοτική ανίχνευση δεσμευτικών (binding) και/ή ανασταλτικών (blocking) αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα άλφα του φυλλικού οξέος (Folate Receptor Alpha, FRα). Φυσιολογικό αποτέλεσμα θεωρείται η απουσία ή η ανίχνευση τίτλων κάτω από τα καθορισμένα εργαστηριακά όρια αναφοράς, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν τεκμηριώνεται ανοσολογική παρεμβολή στη μεταφορά φυλλικού. Αντίθετα, αυξημένοι τίτλοι, ιδίως των ανασταλτικών αυτοαντισωμάτων, υποδηλώνουν δυνητική λειτουργική αναστολή της πρόσληψης 5-MTHF, με πιθανό κίνδυνο εγκεφαλικής ανεπάρκειας φυλλικού, ακόμη και όταν τα επίπεδα του στον ορό είναι εντός φυσιολογικών ορίων.

Κλινική Σημασία

Η εξέταση ανίχνευσης αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα FRα έχει μελετηθεί κυρίως στο πλαίσιο της εγκεφαλικής ανεπάρκειας φυλλικού (Cerebral Folate Deficiency, CFD), μιας κλινικής οντότητας που χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα 5-MTHF στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό με φυσιολογικές συγκεντρώσεις φυλλικού στον ορό. Κλινικά, η εγκεφαλική ανεπάρκεια φυλλικού (CFD) μπορεί να εκδηλωθεί με αναπτυξιακή καθυστέρηση, διαταραχές του λόγου, κινητικές διαταραχές, επιληπτικές κρίσεις και συμπτώματα του αυτιστικού φάσματος. Σε μελέτες παιδιατρικών πληθυσμών, η αυξημένη συχνότητα παρουσίας αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα FRα έχει αναφερθεί σε υποομάδες παιδιών με διαταραχή του αυτιστικού φάσματος (ASD), ιδίως όταν συνυπάρχουν γαστρεντερικά συμπτώματα ή παλινδρόμηση δεξιοτήτων.

Επιπλέον, η εξέταση FRAT® έχει διερευνηθεί σε νευρολογικά και νευροψυχιατρικά πλαίσια, όπως είναι η ιδιοπαθής επιληψία, οι αναπτυξιακές διαταραχές του λόγου, καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις σχιζοφρένειας ή κατάθλιψης, όπου πιθανολογείται διαταραχή στο μονοπάτι του μεταβολισμού ενός ατόμου άνθρακα. Δεν αποτελεί εξέταση πρώτης γραμμής για το γενικό πληθυσμό, αλλά χρησιμοποιείται σε στοχευμένη διερεύνηση ασθενών με ύποπτη λειτουργική ανεπάρκεια φυλλικού ή ανεξήγητη νευροαναπτυξιακή συμπτωματολογία, ιδιαίτερα όταν οι κλασικοί βιοχημικοί δείκτες φυλλικού είναι φυσιολογικοί.

Η κλινική σημασία της ανίχνευσης αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα FRα εξαρτάται από τη συσχέτιση με τη συμπτωματολογία και, όπου ενδείκνυται, με τα επίπεδα του 5-MTHF στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η παρουσία αυτοαντισωμάτων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με νόσο και απαιτεί συνολική κλινική αξιολόγηση. Πιθανοί παράγοντες σύγχυσης περιλαμβάνουν διακυμάνσεις των τίτλων με την πάροδο του χρόνου, παροδικές ανοσολογικές αντιδράσεις και πιθανή διασταυρούμενη αντιγονικότητα (cross-reactivity). Η συσχέτιση που έχει περιγραφεί μεταξύ της χρόνιας κατανάλωσης γαλακτοκομικών και της παρουσίας αυτοαντισωμάτων αφορά μακροχρόνιους ανοσολογικούς μηχανισμούς και δεν υποδηλώνει ανάγκη διατροφικής αποχής πριν από την εξέταση. Συνεπώς, η ερμηνεία πρέπει να βασίζεται στο συνολικό κλινικό πλαίσιο και όχι σε πρόσφατους διατροφικούς παράγοντες.

Διαγνωστική Αξία της Εξέτασης

Η ανίχνευση αυτοαντισωμάτων έναντι του υποδοχέα άλφα του φυλλικού οξέος (FRα) αποτελεί ένα εξειδικευμένο και σύγχρονο διαγνωστικό εργαλείο που στοχεύει στη διερεύνηση και αναγνώριση ενός ανοσολογικού μηχανισμού λειτουργικής ανεπάρκειας φυλλικού. Σε αντίθεση με τις συμβατικές μετρήσεις φυλλικού στον ορό ή τα ερυθροκύτταρα, η εξέταση αυτή αξιολογεί τη διαταραχή της μεταφοράς του 5-MTHF προς το κεντρικό νευρικό σύστημα. Κατά συνέπεια, δεν λειτουργεί ως γενικός δείκτης διατροφικής ανεπάρκειας, αλλά ως βιοδείκτης ειδικού παθοφυσιολογικού υποτύπου που μπορεί να έχει θεραπευτικές προεκτάσεις.

Η διαγνωστική αξία της εξέτασης έγκειται κυρίως στη δυνατότητα εντοπισμού ασθενών που ενδέχεται να ωφεληθούν από στοχευμένη μεταβολική παρέμβαση (π.χ. φυλλινικό οξύ), στο πλαίσιο πολυπαραγοντικών νευροαναπτυξιακών ή νευρολογικών διαταραχών.

Πότε είναι χρήσιμη

Η εξέταση μπορεί να είναι κλινικά χρήσιμη στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Σε παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ASD), ιδιαίτερα όταν υπάρχει παλινδρόμηση δεξιοτήτων ή ανθεκτικότητα σε καθιερωμένες παρεμβάσεις.
  • Σε ασθενείς με αναπτυξιακή καθυστέρηση άγνωστης αιτιολογίας.
  • Σε περιπτώσεις εγκεφαλικής ανεπάρκειας φυλλικού (Cerebral Folate Deficiency) ή κλινικής υποψίας αυτής.
  • Σε παιδιά ή ενήλικες με ανεξήγητες επιληπτικές κρίσεις, κινητικές διαταραχές ή νευροψυχιατρικά συμπτώματα, όταν οι βασικοί βιοχημικοί δείκτες είναι φυσιολογικοί.
  • Σε περιπτώσεις όπου επιδιώκεται εξατομικευμένη, στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση στο πλαίσιο λειτουργικής και μεταβολικής ιατρικής.
     

Τελευταία ενημέρωση: 24/02/2026

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it