URL path: Αρχική σελίδα // Σεληνοπρωτεΐνη P

Σεληνοπρωτεΐνη P

Αυτή η εξειδικευμένη βιοχημική εξέταση προσδιορίζει τα επίπεδα της σεληνοπρωτεΐνης P (SelP) στο αίμα. Πρόκειται για την πρωτεΐνη που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο στη μεταφορά και την αποθήκευση του σεληνίου, εξασφαλίζοντας τη σωστή κατανομή αυτού του ζωτικού ιχνοστοιχείου στον οργανισμό.

Η σεληνοπρωτεΐνη P είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που περιέχει έως και 10 κατάλοιπα σεληνοκυστεΐνης ανά μόριο, δηλαδή μιας φυσικής παραλλαγής του αμινοξέος κυστεΐνη, στην οποία το άτομο θείου (S) έχει αντικατασταθεί από σελήνιο (Se). Η πρωτεΐνη παράγεται κυρίως στο ήπαρ και στη συνεχεία μεταφέρεται μέσω της κυκλοφορίας σε περιφερικούς ιστούς και όργανα με υψηλές ανάγκες σε σελήνιο, όπως είναι ο εγκέφαλος, οι όρχεις και ο θυρεοειδής αδένας.

Η εξέταση βασίζεται στη χρήση εξειδικευμένων μεθόδων που επιτρέπουν την ακριβή και ποσοτική μέτρηση της βιοδιαθέσιμης μορφής του σεληνίου στον οργανισμό. Έτσι, η συγκεκριμένη ανάλυση θεωρείται λειτουργικός δείκτης, σε αντίθεση με τη μέτρηση του συνολικού σεληνίου, η οποία περιλαμβάνει και μη αξιοποιήσιμες μορφές όπως η σεληνομεθειονίνη.

Ερμηνεία

Σκοπός της εξέτασης είναι η αξιολόγηση της λειτουργικής κατάστασης του σεληνίου και η αποτύπωση της επάρκειας ή ανεπάρκειας του οργανισμού σε αυτό το κρίσιμο ιχνοστοιχείο, με ιδιαίτερη σημασία για την ενδοκρινική και ανοσολογική ομοιόσταση.

Χαμηλά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P υποδηλώνουν λειτουργική ανεπάρκεια σεληνίου, ακόμα και όταν τα συνολικά επίπεδα του ιχνοστοιχείου φαίνονται φυσιολογικά. Συνδέονται με αυξημένο οξειδωτικό στρες, διαταραχή στη μετατροπή T4 σε T3, μειωμένη ανοσολογική άμυνα και αυξημένο κίνδυνο για φλεγμονώδη ή αυτοάνοσα νοσήματα.

Υψηλά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P μπορεί να οφείλονται σε αυξημένη συμπληρωματική λήψη σεληνίου και δεν συνεπάγονται απαραίτητα βελτιωμένη λειτουργικότητα. Μάλιστα, υπερβολικά υψηλά επίπεδα μπορεί να σχετίζονται με προσπάθεια απομάκρυνσης του πλεονάζοντος σεληνίου και απαιτούν αξιολόγηση για πιθανή τοξικότητα από σελήνιο (σελήνωση).

Φυσιολογικά επίπεδα του συγκεκριμένου δείκτη αντικατοπτρίζουν την επαρκή πρόσληψη και αποτελεσματική χρήση του σεληνίου από τον οργανισμό. Μέσω αυτού, το σώμα διατηρεί επαρκή ικανότητα αντιοξειδωτικής προστασίας και ρύθμισης των ορμονικών και ανοσολογικών μηχανισμών. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων πρέπει να γίνεται πάντα στο πλαίσιο της συνολικής κλινικής εικόνας, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση του ολικού σεληνίου, πιθανών συμπτωμάτων ή άλλων σχετικών δεικτών (π.χ. θυρεοειδικές ορμόνες, φλεγμονώδεις δείκτες).

Η μέτρηση της σεληνοπρωτεΐνης P αντανακλά την πραγματική βιοδιαθεσιμότητα του σεληνίου στους ιστούς και όχι απλώς τη συνολική του συγκέντρωση στο αίμα. Σε περιπτώσεις ανεπάρκειας ή αυξημένων αναγκών (π.χ. φλεγμονώδεις καταστάσεις, κακοήθειες, εγκυμοσύνη), η παραγωγή και κυκλοφορία της σεληνοπρωτεΐνης μειώνεται, συχνά πριν παρατηρηθεί πτώση στη συγκέντρωση του συνολικού σεληνίου.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η πρόσληψη σεληνίου είναι επαρκής, το στοιχείο δεν αξιοποιείται σωστά από τα κύτταρα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην παρουσία αυτοαντισωμάτων κατά της σεληνοπρωτεΐνης P, τα οποία παρεμποδίζουν τη μεταφορά και την κυτταρική πρόσληση του σεληνίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, παρατηρείται λειτουργική ανεπάρκεια σεληνίου, παρότι τα εργαστηριακά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P ή συνολικού σεληνίου ενδέχεται να εμφανίζονται φυσιολογικά.

Διαγνωστική Αξία της Εξέτασης

Η μέτρηση της σεληνοπρωτεΐνης P βρίσκει ευρεία εφαρμογή σε κλινικές καταστάσεις όπου υπάρχει υποψία λειτουργικής ανεπάρκειας σεληνίου, η οποία μπορεί να παραμένει αδιάγνωστη με μεμονωμένη μέτρηση του συνολικού σεληνίου. Τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν ενδοκρινικές, ανοσολογικές, ογκολογικές και μεταβολικές παθολογικές καταστάσεις, καθώς και καταστάσεις χρόνιας φλεγμονής. Ειδικότερα, έχει μελετηθεί εκτενώς σε:
 

  • Διαταραχές Θυρεοειδούς και Αυτοανοσία: Σε περιπτώσεις υποθυρεοειδισμού ή θυρεοειδίτιδας Hashimoto, όπου η μετατροπή της Τ4 σε Τ3 επηρεάζεται από την έλλειψη σεληνίου, η εξέταση της προσφέρει  επιβεβαίωση πιθανής λειτουργικής ανεπάρκειας. Μπορεί να βοηθήσει στη διάκριση περιπτώσεων όπου οι θυρεοειδικές ορμόνες εμφανίζονται φυσιολογικές, αλλά ο ασθενής εξακολουθεί να παρουσιάζει χαμηλά επίπεδα ενέργειας, προσφέροντας επιπλέον καθοδήγηση για τη στοχευμένη χορήγηση σεληνίου.
  • Χρόνια Κόπωση και Μειωμένη Ενέργεια: Η εξέταση είναι χρήσιμη για ασθενείς με ανεξήγητη κόπωση, δυσανεξία στο στρες ή συμπτώματα όπως η «ομίχλη του εγκεφάλου», καθώς το σελήνιο είναι απαραίτητο για τη μιτοχονδριακή λειτουργία. Η σεληνοπρωτεΐνη P παρέχει αντικειμενική μέτρηση της διαθεσιμότητας του σεληνίου στους ιστούς, πέρα από τις συνολικές τιμές του ιχνοστοιχείου στο αίμα.
  • Εγκυμοσύνη και Προετοιμασία Σύλληψης: Η σεληνοπρωτεΐνη P συμβάλλει στην αξιολόγηση του αντιοξειδωτικού προφίλ και της μεταβολικής ισορροπίας κατά την εγκυμοσύνη. Η έλλειψη έχει συσχετιστεί με το διαβήτη κύησης και με παράταση του χρόνου κύησης, σε ορισμένες περιπτώσεις. Η μέτρηση της σεληνοπρωτεΐνης P βοηθά στην έγκαιρη ανίχνευση λειτουργικών ελλείψεων και στη στοχευμένη συμπληρωματική ενίσχυση.
  • Καρκίνος και Φλεγμονή: Χαμηλά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, του ήπατος και του παχέος εντέρου, ενώ υψηλότερα επίπεδα συνδέονται με καλύτερη πρόγνωση σε αυτές τις νόσους. Ιδιαίτερα σε ασθενείς υπό αγωγή, η εξέταση χρησιμοποιείται υποστηρικτικά στον αντιοξειδωτικό έλεγχο και συμβάλλει στην παράλληλη παρακολούθηση της φλεγμονώδους επιβάρυνσης.
  • Αποκατάσταση και Λοιμώξεις: Μετά από σοβαρές λοιμώξεις, COVID-19 ή σηπτικά επεισόδια, η σεληνοπρωτεΐνη P αντικατοπτρίζει το πώς ανταποκρίνεται ο οργανισμός σε καταστάσεις με αυξημένες απαιτήσεις του ανοσοποιητικού και του μεταβολισμού. Η μέτρησή της μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της ανάκαμψης μετά την ασθένεια και την υποστήριξη με στοχευμένα μικροθρεπτικά συστατικά.
Θεραπευτικές Προσεγγίσεις

Οι θεραπευτικές στρατηγικές που σχετίζονται με παθολογικά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P στοχεύουν στην ενίσχυση της λειτουργικής διαθεσιμότητας του σεληνίου στους ιστούς, με σκοπό την υποστήριξη βασικών βιολογικών οδών όπως η αντιοξειδωτική προστασία, η θυρεοειδική ομοιόσταση, η μυϊκή και νευρική λειτουργία, καθώς και η ανοσολογική ισορροπία.

Η μέτρηση της σεληνοπρωτεΐνης P λειτουργεί ως εργαλείο καθοδήγησης για εξατομικευμένες παρεμβάσεις, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της λειτουργικής και προληπτικής ιατρικής και μπορεί να αξιολογηθεί η ανάγκη για διατροφικές τροποποιήσεις, στοχευμένη λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου ή η παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία σε συννοσηρότητες όπως ο υποθυρεοειδισμός ή η χρόνια κόπωση.

Τελευταία ενημέρωση: 20/1/2026

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it