URL path: Αρχική σελίδα // Κορωνοϊός SARS-CoV-2 (COVID-19), Μοριακή Ανίχνευση

Κορωνοϊός SARS-CoV-2 (COVID-19), Μοριακή Ανίχνευση

Η μοριακή ανίχνευση του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2 χρησιμοποιείται για την επιβεβαίωση της λοίμωξης από τον ιό, για την παρακολούθηση των φορέων της νόσου και για επιδημιολογικούς λόγους.

Ο μοριακός έλεγχος για τον κορωνοϊό SARS-CoV-2 γίνεται με τη μέθοδο της ανάστροφης πολυμεράσης πραγματικού χρόνου αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (rRT-PCR) και χρησιμοποιείται για την ποιοτική ανίχνευση του RNA του κορωνοϊού SARS-CoV-2 από δείγματα από το ανώτερο και κατώτερο αναπνευστικό.

O μοριακός έλεγχος για τον κορωνοϊό αποτελεί μέχρι τώρα, τον μοναδικό τρόπο για τη διάγνωση του COVID-19.

Ο Κορωνοϊός-2 του Σοβαρού Οξέος Αναπνευστικού Συνδρόμου (Severe Acute Respiratory Syndrome Coronavirus 2, SARS-CoV-2) είναι ένας θετικός, μονόκλωνος ιός RNA που προκαλεί την ασθένεια του κορωνοϊού 2019 (COVID-19). Όπως και άλλοι κορωνοϊοί που μολύνουν τον άνθρωπο, ο SARS-CoV-2 μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη τόσο στο ανώτερο όσο και στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα. Τα συμπτώματα κυμαίνονται από ήπια (όπως το κοινό κρυολόγημα) μέχρι σοβαρά (όπως πνευμονία) τόσο σε υγιείς όσο και σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Η μετάδοση του κορωνοϊού SARS-CoV-2 συμβαίνει κυρίως μέσω των σταγονιδίων του αναπνευστικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων της COVID-19, τα συμπτώματα μπορεί να είναι μη ειδικά και να μοιάζουν με άλλες κοινές λοιμώξεις της αναπνευστικής οδού, όπως η γρίπη.

Το RNA του κορωνοϊού SARS-CoV-2 είναι γενικά ανιχνεύσιμο σε δείγματα από το αναπνευστικό κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης της λοίμωξης.

Ο κορωνοϊός SARS-CoV-2 βρίσκεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στον ρινοφάρυγγα κατά τις πρώτες 3 έως 5 ημέρες της συμπτωματικής νόσου. Καθώς η νόσος εξελίσσεται, το ιικό φορτίο τείνει να μειώνεται στην ανώτερη αναπνευστική οδό, οπότε τα δείγματα από το  κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (π.χ. πτύελα, τραχειακή αναρρόφηση, βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα) είναι πιθανότερο να έχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα του κορωνοϊού SARS-CoV-2.

Ένα θετικό αποτέλεσμα είναι αποδεικτικό της παρουσίας του RNA του κορωνοϊού SARS-CoV-2. Η συσχέτιση με το ιστορικό του ασθενούς, την κλινική εξέταση και άλλες διαγνωστικές πληροφορίες είναι απαραίτητες για τον προσδιορισμό της κλινικής βαρύτητας της λοίμωξης. Ένα θετικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει την παρουσία βακτηριακής λοίμωξης ή την ταυτόχρονη λοίμωξη από άλλους ιούς.

Ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη μόλυνση με τον κορωνοϊό SARS-CoV-2 και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως αποκλειστική βάση για τις αποφάσεις διαχείρισης των ασθενών. Τα αρνητικά αποτελέσματα πρέπει να συνδυάζονται με τις κλινικές παρατηρήσεις, το ιστορικό των ασθενών και άλλες επιδημιολογικές πληροφορίες.

Το μοριακό τεστ για την ανίχνευση του νέου κορωνοϊού πραγματοποιείται με αντιδραστήρια κατάλληλα για διαγνωστική χρήση (CE-IVD). Η ελάχιστη ανιχνεύσιμη ποσότητα κορωνοϊών είναι 10 ιικά αντίγραφα RNA ανά δείγμα. Ο έλεγχος περιλαμβάνει την ανίχνευση 2 μοναδικών γενετικών θέσεων πάνω στο γονιδίωμα του κορωνοϊού SARS-CoV-2, το γονίδιο Ε και το γονίδιο Ν καθώς και μια τρίτη γενετική θέση κοινή για όλους τους κορωνοϊούς (SARS-like). Τόσο η διαγνωστική ειδικότητα όσο και η διαγνωστική ευαισθησία είναι 100%, σύμφωνα με τον κατασκευαστή των αντιδραστηρίων.

Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, διενεργούμε έναν επιπλέον μοριακό έλεγχο με διαφορετικούς γενετικούς στόχους, τα γονίδια Ν1 και Ν2 (CDC Assay) προκειμένου να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για το αποτέλεσμα.

Τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα εντός της ίδιας ημέρας.

Τελευταία Ενημέρωση: 10/05/2020

 

Επιπρόσθετες πληροφορίες
Share it